Μάχη
Περπάτησε στο πεδίο της μάχης.
Το έδαφος ήταν λασπώδες από τη βραδινή βροχή.
Μια καταχνιά κάλυπτε τον ορίζοντα,
οι στρατιές παραταγμένες και χαμένες μέσα στην ομίχλη.
Δεν τις έβλεπε·
τις άκουγε.
Άκουγε τη βαριά ανάσα τους,
τον ήχο από τα σίδερα,
το σκάψιμο που έκαναν με το πόδι
από ανυπομονησία.
Μύριζε τον φόβο και την αμφιβολία,
μαζί με τον καπνό και το χώμα.
Μια μεγάλη ημέρα ξημέρωνε.
Ήξερε ότι σε αυτό το χώμα, στο τέλος της,
ή θα στέκεται όρθιος,
σπασμένος,
ή θα είναι το στερνό του κρεβάτι.
Πόσες μάχες να είχε δώσει άραγε στη ζωή του;
Αμέτρητες,
καθημερινές.
Ακόμα και στα όνειρά του πολεμούσε.
Το ήξερε αυτό.
Γεννήθηκε για να πολεμά
και θα πεθάνει πολεμώντας.
Δεν νιώθει λύπη,
δεν νιώθει άγχος·
ανυπομονεί.
Ταγμένος είναι η κάθε Ανατολή
να είναι μια κατάκτηση.
Συμφιλιώθηκε με τη φύση του.
Ήρθε η ώρα να αλέσει τη γη με τα πόδια του
σε κάθε πεδίο μάχης.
Μία μόνο εντολή:
να μην παραδοθεί.